25.3.10

Μ' Ένα Κάρβουνο

Ξεκινας για κει που δεν θα σου πω ποτε, ξερεις... για βολτιτσα. Με αγαπημενη παρεα. Σκεφτεστε οτι θα παιξεις λιγη μπαλα, αμα δεν βρεχει, στο 5Χ5 που εχει εκει. Μετα κανενα παϊδακι. Πιο πριν, ισως, να εχετε μαζεψει λιγα χορτα. Μετα, εναν καφε κι ενα γλυκο.
Ετσι, λοιπον, καποιος εκεινο το πρωι πεταξε την ιδεα... παμε?
Συναντηση, στο δρομο. Εναν καφες πρωτα! Μπαινουμε σε κατι παραδρομους της εθνικης. Ενα "καφε". Ναι, δεν εχουμε φυγει ακομα μακρια απο την πολη, για να βρουμε "εναν καφενε". Λιαζομαστε κατω απ τον ηλιο. Πινω τον καφε μου με τους αγαπημενους μου. Ενα πρωινο, ζεστο καφε κατω απο τον ηλιο. Χωρις πολλες κουβεντες.
Ξεκιναμε παλι. Αλλα χανουμε τον δρομο. Τελικα καταληγουμε χωρις πολυ σκεψη και πολλες συζητησεις, ετσι ειναι ωραια, τα βαρεθηκα τα πολλα λογια, ετσι επειδη καποιος πεταξε την ιδεα, αλλου... 300 χλμ μακρια απ τον αρχικο προορισμο.
Πείνα. Μπαινουμε σ ενα ωραιο ταβερνακι. μας ενεπνευσαι η πινακιδα. Τρωμε μαγειρευτο, πινουμε την μπυρα μας, κοιταζουμε περα μακρια, μεσα απο την τζαμαρια
Φευγουμε... Με μια μπαλα ποδοσφαιρου, παιζουμε λιγο μπασκετ σε ενα κατεστραμμενο γηπεδο. Σε λιγο δεν ειμασταν μονοι, ηρθε κι η βροχη. Χωνομαστε στα γρηγορα στο πρωτο ξενοδοχειο. Χωρις, κανενας να το πει, μα την βρηκαμε ολοι καταπληκτικη ιδεα!
2 δωματια. Τελικα ηταν πανσιον. 2 κρεβατια στο καθενα. ενα διπλο κι ενα μονο. Καθαρα τα σεντονια, όμως. Μοσχομυριστο μπανιο. Μαλακουτσικες πετσετες. Εχει και τζακι. Τ’ αναβουμε και σε λιγο κοιμομασταν.
Ξυπνησα... ειχα δει ενα ονειρο. Χαϊδευω τον ανθρωπο που ειναι διπλα μου. Ανταποκρινεται. Φαινεται δεν κοιμαται. Τον κοιταζω και βλεπω τα ματια του να με παρατηρουν. Ειμαι σχεδον η μιση πανω του. Λυγισα το ποδι. Το γονατο μου πιεζει τα γεννητικα του οργανα. Ξυλο. Ψιθυριζω στ’ αυτι  οτι μας ειδα στο ονειρο μου. Με ειχε στησει στα τεσσερα και πηδαγε το κωλαρακι μου. Μεσα στο σκοταδι.
-Σε περιμενω στο μπανιο, σηκωθηκα, απομακρυνθηκα.
Εριξα στα γρηγορα τα ρουχα μου. Ηρθε... στηριχτηκα στον τοιχο. Κουνηθηκα. Του φωναζω να μπει γρηγορα μεσα μου. Σηκωσα το ποδι μου, πατησα στο χειλος της μπανιερας. Το δαχτυλο του ειναι μεσα στο μουνι μου. Ο πουτσος του στον κωλο μου, και με γαμαει. Πονεσα... Ριγοι... Μερικες σφαλιαριτσες. Τσιμπαει τις ρωγες μου. Τελειωνω... Ηλεκτριζομαι... Τον ακουω... Σφιχτηκε επανω μου. Μπηκε ολος. Σφιχτηκα. Κουνιεμαι. Μενω ακινητη. Τελειωνω... Χυνει... λειωνω... λειωνω... λειωνει... φωναζει... πνιγομαι... η καρδια μου... ηρεμω... ανασαινουμε γρηγορα... γελαμε... με σφιγγει επανω του... με φιλαει... καινε τα χειλη μας και ξερα... υγρο το στομα μεσα.
Το ζεστο νερακι πεφτει επανω μου. ξερει οτι μου αρεσει να μαι μονη μου αυτη την ωρα. Ευεξια. Χαλαρωνω κι αλλο. Η καρδια μου χτυπαει δυνατα. Αργα, ντυνομαι.
Σιγα σιγα ολοι ξυπνουν. Παλι τα ιδια ρουχα. Χτυπαει η πορτα. Μπαινουν. Ενα ανεκδοτο. Γελια. Ενα φταρνισμα. Ενα τσιγαρο στο μικρουτσικο μπαλκονακι. Τα βουνα στο βαθος χιονισμενα. Οι κορφες δεν φαινονται. Πνιγονται απο την ομιχλη. Μαυριλα. Καθαροτητα στην ατμοσφαιρα, οποτε η μαυριλα δεν σε θλιβει. Ολες μας οι αποσκευες ενα μπουκαλι νερο, ενα πακετο καπακια τουαλετας μια χρησης, τσιχλες, μερικα ζευγαρια καλτσες. α! και 2 εφημεριδες.
Καπου μυριζει ψητο... Η τσικνα ερχεται στις μυτες μας. Μας στοιχειωνει. Ακουλουθουμε την μυρωδια, η καπνιλα ορατη μας οδηγει. Ενα τεραστιο τζακι ανοικτο απο την μια γωνια, κανει παρεα με το διπλανο τραπεζι, λες και μας περιμενε. Δεν εχει καρεκλες τουτο, αλλα καναπεδακι, οσο χρειαζεται ψηλο κι ανετο. Σκουρο ξυλο. Ο χωρος διακοσμημενος με κλαδια κερασιας, με ψευτικα ανθακια απο ζυμαρι, βαμμενα μαλλον με μανον, μου θυμισε την μανα μου. Παρα πολυ πινακες, διαφορα τοπια απο λαικους ζωγραφους. Ειναι πολυ νωρις για πελατες, ομως εμεις ειμαστε εκει.
Μας φερνουν ζεστο κρασι... ενα πρωτο κερασμα απο το καταστημα! Ακουγεται μονο οι κορμοι της ελιας να καινε. Εκπληκτικο το μεγεθος του τζακιου. Πιταρια, ξεροτηγανια, λαλαγκια. Γραβιερα. Κι αλλο ζεστο κρασι κι αλλες ρακες με μελι. Μανιταρια ψητα με λαδοριγανολεμονο. Τζατζικι χειροποιητο. Κολοκυθοκεφτεδες μυρωδατοι. Σαλατα με ντοματα απο μπαξε σκεπασμενο για το κρυο, μαρουλι κατσαρο, λαχανο, καροτο, καπαρι, ελιες, αγγουρακι, κατσαρο μαρουλι κοκκινο, κρεμμυδακι φρεσκο, ντοματα λιαστη, ρεβυθι, ελαιολαδο, λεμονι, αλατι.
Βρωντες, τσουγκρισματα, κεραυνοι, παραγγελιες... Ενα φιλι. Με κοιταει που μιλαω. Χαμογελαει.
Να και τα παιδακια! Θαυμα. Αναμεσα τους βρισκω εντοσθια. Ψητα στα καρβουνα. Ψωμι στην χοβολη με λαδι ριγανη κι αλατι. Ζυμωμενο απ τη γιαγια. Κρασι κοκκινο απο τα αμπελια του παππου. Το ιδιο και η καπαρη, οι ντοματες, το λαδι, τα λεμονια που ραντιζουμε τα λουκανικα που ψηθηκαν με μαεστρια. Η φετα αλμυρουτσικη, ζευγαρι γευσης με τις πατατες τις κομμενες στο χερι και τηγανισμενες σε καθαρο λαδι ελιας. Μια υπεροχη μπουκια καταφθανει με το πιρουνι του στο στομα μου.
Λιγο πιο δυνατη η μουσικη. Τραγουδι ελληνικο, καθαρο στον ηχο. Ενας αναστεναγμος. Σηκωνομαι. Χορευω. Τα ματια κλειστα. Αργος χορος. Καμια θλιψη. Ευτυχια. Βασανιστικη που δεν την εχω συνηθισει. Καταπραϊντικο.
Ενα ποτηρι κρασι. Ασπρος ο πατος.
Μια μπουκια χορτοπιτα. Λαπαθα, τσουκνιδες, μαραθο, βρουβες, καυκαληθρες,  ζοχοι, κρεμμυδακι, σκορδο. Τι μυρωδιες! Τα φρυγαδελια ηρθαν. Το ρεγαλι! Ψητες πιπεριες. Ψητα τυρια.
Οι κανατες το κρασι δεν προλαβαινουν να γεμιζουν. Κι αλλος χορευει. Τραγουδαμε. Γλενταμε.
Η ωρα ειναι τρεις. Αποχωρουμε. Χαμογελαμε. Ευχαριστουμε. Αργα τσουλαει το αυτοκινητο. λες και ξερει τον δρομο. Γλυστραει σαν να σεβεται την ευτυχια μας. Μη μας ενοχλησει.
πεφτω ξερη στο κρεβατι.
...οι ηλιαχτιδες τρυπωνουν απο το μπαντζουρι. Μισοκλεινω τα ματια μου. Παιζω τα τσινορα στο φως. Τεντωνομαι. Ενας ντουζακι. Ενα φιλι στα χειλη του. Τεντωνεται. Ενα πελμα βγαινει εξω απο τα σκεπασματα. Το γαργαλαω. Χαμογελαει πονηρα και με ξαπλωνει με μια αγρια κινηση του χεριου του. Κυλιομαστε στο κρεβατι. Κρουτς κρουτς τα ξυλα στο τζακι, λες και μας καταλαβαν. Γελαμε. Γελαμε. Γελαμε. Αναστεναζω. Χωνομαι στην μασχαλη του. Με αφηνει στην ησυχια μου. Κραταει την αναπνοη του. Σαλευω. Με φιλαει. Σηκωνεται. Ενα ντουζακι εκεινος, ενω βαζω τα ρουχα μου. Τα ιδια ρουχα... Φυσικα, το βρακι μου το ειχα πλυνει το βραδυ... τα ξημερωματα, δλδ!
Τραγουδαω
Αν σ αρνηθω αγαπη μου
κακο μεγαλο να βρω
να μην με θελει ο ουρανος
ηλιο να βλεπω μαυρο
Αν σε αρνηθω αγαπη μου
να με αρνηθουν οι φιλοι
χαδι ποτε μου να μην δω
να μην φιλησω χειλη
Αν σε αρνηθω φιλω σταυρο
κι ορκο βαρυ σου κανω
αν σε αρνηθω αγαπη μου
να πεσω να πεθανω
Αναβω ενα τσιγαρο στο βεραντακι. Ντυμενος κι εκεινος διπλα μου, απολαμβανουμε την θεα. Πηγαινουμε για καφε σε ενα καφενεδακι που ειδαμε απο ψηλα. Οι αλλοι κοιμουνται. Ελληνικος βαρυς γλυκος. Κεηκ με μαρμελαδα. Καρυδοπιτα. Βροχη. Καπνος. Ομιλιες. Ραδιοφωνικες φωνη. Περασαν δυο ωρες. Απεναντι του. Δεν χορταινα να τον βλεπω. Ηρεμος. Χαλαρος.
Ανοιγει η πορτα. Ηρθαν. Αλλη μιά ωρα, εκει... Γενναιοδωρες οι ποσοτητες του καφε που κατεβαινουν στον λαρυγγα μου. Ευχαριστιεμαι. Η βροχη κοπασε. Ειμαστε στο βουνο. Μαζευουμε χορταρακια, παραξενα κλαδια. Ενα ρυακι. Το ακολουθουμε και φτανουμε σε μια πετρινη βρυση. Τρεχει το νερο. Μπρρρρρρρρρρρρρρρ... παγωμεεεεενοοοοοο... Πινω. Μαλακο νερο. Κατηφοριζουμε. Πειναω! Τι με εχει πιασει;;;
Ασπρη φασολαδα. Κρασι. Ψωμι. Φετα (φυσικα, εννοω τυρι φετα!!!).
Περπαταμε παλι. Μια πορτοκαλια. Κοβουμε τους καρπους της και τους τρωμε. Τι γλυκα! Τι μυρωδια! Τι γευση!
Τι θελει και φωναζει η Κατια; Κατι για μια αφισα μας λεει. Την διακρινω στο μισοσκοταδο. Παμε κοντα της. Live rock, με μπαντα της ευρυτερης περιοχης. Καπου εδω γυρω πρεπει να ναι. Ρωταμε παλι στο καφενειο. Μας ειπαν οτι ειναι στο διπλανο χωριο. Ειναι σχεδον οκτω η ωρα. Θα παμε με τα ποδια. δεν ειναι μεγαλη η αποσταση. Εχουμε 2 φακους. Λεμε ανεκδοτα. Λεμε ιστοριες. Δεν εχει αστρα. Δεν θα βρεξει. Ετσι νομιζω... μπορει και να κανω λαθος, αλλα ποιος νοιαζεται;
Καλη φαση. Η μουσικη απο μακρια μας σπαει τα αυτια. Πλησιαζουμε ολο και πιο πολυ. Ακουγεται μια ντραμς. Τρυπωνουμε μεσα απο την ξυλινη μαυρη πορτα. Απεναντι γωνιακη η εξεδρουλα. 20-30 εκατοστα πανω απο το εδαφος. Δοκαρια, χωρις ταβανι, που στηριζουν την σκεπη. Ειναι ζεστα. Καμια δεκαρια πιτσιρικαδες εχουν ηδη μαζευτει. Πινουν τσιπουρα. δεν μου αρεσει. Ηθελα μια ρακη να στανιαρω απο το κρυο και τον ποδαροδρομο. Οσο να πεις, μου χει βγει η γλωσσα απ εξω. Εκεινος μου τραβαει την καρεκλα να καθησω. Πηγαινει στο μπαρ. κατι λεει με τον μπαρμαν. Γυριζει και μου κλεινει το ματι, σκανδαλιαρικα. Το γκρουπακι, ρυθμιζει τον ηχο.
Ξεκιναμε ανοητες κουβεντες. Γελαμε δυνατα. λεμε διαφορα. Ερχεται μια κανα. Η μυρωδια γνωριμη. Ρακομελο!!! Γι αυτο μου εκλεισε το ματι, πριν!!! Γελαω. Το προσωπο μου αισθανομαι οτι φεγγει ολοκληρο.
Ο κοσμος εχει πληθυνει. Διαφορες ηλικιες... οχι, ομως πανω απο 40. Το γκρουπακι πρεπει να ειναι γνωστο στην περιοχη. Δεν ειναι πιτσιρικαδες.
Ξεκιναει το λαιβ. Πρωτα σαπορταρουν κατι πιτσιρικια. Ειναι χαλια. Αλλα εχουν πλακα. περιπου μια ωριτσα ακουγα διασκευες, κομματιων που εχουν σημαδευσει την ιστορια της μουσικης. Αλλα ηταν τοσο κακες, ηταν τετοιο χαλι, που δυσκολευομουν να καταλαβω της σκατα επαιζαν! Ο μπασιστας ηταν κατι χρονους πιο μπροστα. Ο φωνης ηταν ξεκουρδιστος... Τεσπα, ειχαν πλακα, ομως, γιατι εκαναν διαφορα κουλα πανω στην σκηνη.
… ουφ βαρεθηκα να γραφω. Τα υπολοιπα, παραμενουν μονο στο μυαλο μου κι ισως να μην τα μαθεις ποτε

1 comment:

the BluElephant said...

..και ας ήταν κάθε μέρα έτσι!